Μετάφραση του "balloting" σε Ελληνικά

Το ψήφιση είναι η μετάφραση του "balloting" σε Ελληνικά.

balloting verb noun

Present participle of ballot. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψήφιση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " balloting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "balloting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λευκή ψήφος
  • ψηφοφορία σε δύο γύρους
  • γύρος εκλογών · εκλέγω · εκλογική κάλπη · μυστική ψηφοφορία · ψήφιση · ψήφος · ψηφίζω · ψηφοδέλτιο · ψηφοφορία
  • επαναληπτική ψηφοφορία
  • Λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία
  • μυστική ψηφοφορία
  • με κλήρο
  • εκλογονοθεία · καλπονοθεία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "balloting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη