Μετάφραση του "bar" σε Ελληνικά

Οι μπαρ, ράβδος, πλάκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά.

bar verb noun adposition γραμματική

A solid, more or less rigid object with a uniform cross-section smaller than its length. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαρ

    noun neuter

    business licensed to sell intoxicating beverages [..]

    What's your favorite bar in Boston?

    Ποιο είναι το αγαπημένο σου μπαρ στη Βοστώνη;

  • ράβδος

    noun feminine

    cuboid piece of any commodity [..]

    Each bar represents the number of stocks showing the percentage change indicated.

    Κάθε ράβδος αναπαριστά τον αριθμό αποθεμάτων, δείχνοντας το εμφαινόμενο εκατοστιαίο ποσοστό μεταβολής.

  • πλάκα

    noun neuter feminine

    cuboid piece of any commodity [..]

    I'm talking about fights in markets over who gets the last bar of soap.

    Στις αγoρές τσακώνoνται για την τελευταία πλάκα σαπoυνιoύ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλακίδιο
    • μπαράκι
    • καπηλειό
    • δικηγόροι
    • κομμάτι
    • δικηγορία
    • ποτοπωλείο
    • ποινικολογία
    • διαστολή
    • αμπάρα
    • κάγκελο
    • μπάρ
    • χρόνος
    • μπάρα
    • ανάχωμα
    • γραμμή
    • δικηγορικός σύλλογος
    • εκτός
    • αποκλείω
    • κώλυμα
    • εμποδίζω
    • δοκάρι
    • μοχλός
    • πήχης
    • παμπ
    • σαλούν
    • βέργα
    • χερούλι
    • λοστός
    • δοκός
    • πάγκος
    • αμμοσύρτις
    • αποθαρρύνω
    • σκυτάλη
    • αίθουσα μπαρ
    • απαγορεύω την είσοδο σε
    • δεν επιτρέπω
    • δεν κάνω δεκτό
    • εξαιρώ από
    • με εξαίρεση (τον, την, το)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bar proper

A city in Montenegro. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βαρ

    (b) How did Saul counteract the opposition from Bar-Jesus?

    (β) Πώς εξουδετέρωσε ο Σαύλος την εναντίωση του Βαρ-Ιησού;

  • Ράβδος, μπάρα, λωρίδα

  • κομμάτι

    noun
BAR noun

a portable .30 caliber automatic rifle operated by gas pressure and fed by cartridges from a magazine; used by United States troops in World War I and in World War II and in the Korean War

+ Προσθήκη

"BAR" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BAR στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bar"

Φράσεις παρόμοιες με "bar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη