Μετάφραση του "barber" σε Ελληνικά
Οι κουρέας, κουρεύω, μπαρμπέρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barber" σε Ελληνικά.
A person whose profession is cutting (usually male) customers’ hair and beards. [..]
-
κουρέας
noun masculineperson whose profession is cutting (usually male) customers' hair and beards [..]
Brother Wacker earned his living as a barber.
Ο αδελφός Γουάκερ κέρδιζε τα προς το ζην ως κουρέας.
-
κουρεύω
verbto cut the hair
-
μπαρμπέρης
nounIf you fail this time, you'll study to become a barber.
Αν δεν τα καταφέρεις πάλι, θα γίνεις μπαρμπέρης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κομμωτής
- Μπαρμπέρης
- κουρέασ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " barber " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A surname. [..]
"Barber" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Barber στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "barber"
Φράσεις παρόμοιες με "barber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κομμωτήριο · κουρείο
-
Γκλίνις Μπάρμπερ
-
Κουρέας-χειρουργός
-
στύλος κουρείου
-
κομμωτήριο · κουρείο
-
κομμωτήριο · κουρείο