Μετάφραση του "barkeeper" σε Ελληνικά
Οι μπάρμαν, σερβιτόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barkeeper" σε Ελληνικά.
barkeeper
noun
γραμματική
a bartender: a person preparing and serving drinks at a bar. [..]
-
μπάρμαν
noun masculineI've come to pour them out to the sympathetic ear of the local barkeep.
Και ήρθα να τις εκμυστηρευτώ στο συμπονετικό αυτί του τοπικού μπάρμαν.
-
σερβιτόρος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " barkeeper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "barkeeper"
Φράσεις παρόμοιες με "barkeeper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μπάρμαν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη