Μετάφραση του "basal" σε Ελληνικά
Οι βασικός, θεμελιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basal" σε Ελληνικά.
basal
adjective
noun
γραμματική
Relating to, or forming, the base, or point of origin. [..]
-
βασικός
adjective masculineThis is called basal metabolism.
Αυτό ονομάζεται βασικός μεταβολισμός.
-
θεμελιώδης
adjective masculine, feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " basal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "basal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
-
Βασικός ρυθμός μεταβολισμού
-
βασικό γάγγλιο
-
βασικός ρυθμός μεταβολισμού
-
βασική φλέβα
-
Νόσος του Fahr
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη