Μετάφραση του "based" σε Ελληνικά
Οι βάσει, -παγής, βασιζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "based" σε Ελληνικά.
based
adjective
verb
γραμματική
founded on; having a basis; often used in combining forms [..]
-
βάσει
adverbFor your insatiable distrust and your propensity for covering all the bases.
Για την ακόρεστη δυσπιστία σου και την κλίση σου να καλύπτεις όλες τις βάσεις.
-
-παγής
founded on
-
βασιζόμενος
founded on
I had this idea based on stories about my family, and with the class we developed the script.
Είχα αυτή την ιδέα βασιζόμενος σε ιστορίες για την οικογένειά μου, και με την τάξη αναπτύξαμε το σενάριο.
-
βασιζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " based " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "based" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκπαίδευση βασιζόμενη στο διαδίκτυο
-
Εύρος παλμού βάσης
-
ταπεινό ελατήριο
-
Αναζήτηση βασισμένη στη γνώση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη