Μετάφραση του "basicity" σε Ελληνικά

Το βασικότητα είναι η μετάφραση του "basicity" σε Ελληνικά.

basicity noun γραμματική

(uncountable) The condition of being basic [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βασικότητα

    The state of a solution of containing an excess of hydroxyl ions.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basicity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "basicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basicity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη