Μετάφραση του "basicity" σε Ελληνικά
Το βασικότητα είναι η μετάφραση του "basicity" σε Ελληνικά.
basicity
noun
γραμματική
(uncountable) The condition of being basic [..]
-
βασικότητα
The state of a solution of containing an excess of hydroxyl ions.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " basicity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "basicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βασικός τίτλος
-
βασικό τμήμα
-
Βασικό λειτουργικό σύστημα
-
Βασική λωρίδα χρόνου
-
βασική σχεδίαση, μελέτη
-
Κατάλογος βασικού εξοπλισμού
-
Ανεξάρτητη ομάδα βασικής υπηρεσίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη