Μετάφραση του "basis" σε Ελληνικά

Οι βάση, αρχή, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basis" σε Ελληνικά.

basis noun γραμματική

A starting point, base or foundation for an argument or hypothesis. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    starting point for an argument

    Financial assets are accounted for using the settlement date basis.

    Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού καταχωρίζονται λογιστικώς με βάση την ημερομηνία διακανονισμού.

  • αρχή

    noun feminine

    It is essential that all mutual recognition measures are implemented on an equal opportunities basis.

    Είναι σημαντικό η εφαρμογή των μέτρων για την αμοιβαία αναγνώριση να στηριχθεί στην αρχή της ισότητας των ευκαιριών.

  • θεμέλιο

    noun neuter

    A basis for all this is created through education and training, and research, however.

    Ωστόσο, τα θεμέλια δημιουργούνται με την εκπαίδευση και την έρευνα.

  • θεμελίωση

    noun

    We consider that the audit evidence obtained is sufficient and appropriate to provide a basis for our opinions.

    Φρονούμε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου που συγκεντρώθηκαν είναι επαρκή και κατάλληλα για τη θεμελίωση των γνωμών μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "basis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη