Μετάφραση του "basketmaker" σε Ελληνικά

Οι καλαθάς, καλαθοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basketmaker" σε Ελληνικά.

basketmaker noun γραμματική

A person who weaves baskets. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλαθάς

    masculine

    person who weaves baskets

  • καλαθοποιός

    masculine

    person who weaves baskets

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basketmaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basketmaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη