Μετάφραση του "bathing" σε Ελληνικά

Οι μπάνιο, κολύμβηση, λουτρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bathing" σε Ελληνικά.

bathing adjective noun verb γραμματική

Designed for use whilst bathing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάνιο

    noun neuter

    When I was taking a bath, the telephone rang.

    Καθώς έκανα μπάνιο, χτύπησε το τηλέφωνο.

  • κολύμβηση

    noun feminine

    - reduction of pollution in waters used for bathing and recreational facilities.

    - μείωση της ρύπανσης των υδάτων που χρησιμοποιούνται για κολύμβηση και σε εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας.

  • λουτρό

    noun neuter

    I'm so nervous, I kissed my dog and gave my girlfriend a flea bath.

    Έχω αγχωθεί, φίλησα το σκυλί μου και έκανα λουτρό ψύλλων στην κοπέλα μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bathing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bathing"

Φράσεις παρόμοιες με "bathing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Βαθ · βαλανείον · κάνω μπάνιο · λουτήρας · λουτρό · λούζω · λούσιμο · μπάνιο · μπανιάρισμα · μπανιέρα
  • -λουστος
  • κάνω μπάνιο · κολυμπώ · κολύμπι · λούζομαι · λούζω · μπάνιο
  • λουτρά
  • μαγιό
  • πισίνα
  • ατμόλουτρο
  • Χαμάμ · χαμάμ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bathing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη