Μετάφραση του "bathroom" σε Ελληνικά

Οι μπάνιο, λουτρό, τουαλέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bathroom" σε Ελληνικά.

bathroom noun γραμματική

A room containing a bath where one can bathe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάνιο

    noun neuter

    a room with a bathtub [..]

    It is urgent to go to the bathroom.

    Επείγει να πάω στο μπάνιο.

  • λουτρό

    noun neuter

    a room with a bathtub [..]

    I'll see you in the bathroom at the end of the hall.

    Θα σε βρω στο λουτρό, στο τέλος του καθηστικού.

  • τουαλέτα

    noun feminine

    A room or building equipped with one or more toilets. [..]

    So all that's left is your anxiety about using the unisex bathroom.

    Έτσι ότι έμεινε από το άγχος σου είναι να χρησιμοποιείς την τουαλέτα και για τα δύο φύλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποχωρητήριο
    • απόπατος
    • αφοδευτήριο
    • καμπινές
    • Μπάνιο
    • μέρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bathroom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bathroom"

Φράσεις παρόμοιες με "bathroom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bathroom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη