Μετάφραση του "beaching" σε Ελληνικά

Το προσάραξη είναι η μετάφραση του "beaching" σε Ελληνικά.

beaching noun verb γραμματική

Present participle of beach. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσάραξη

    The washing ashore of whales or other cetaceans that have died for natural causes, or because of highly polluted sea water or after being trapped in drift nets.

    We considered the question of introducing an EU ban on beaching in the impact assessment of our strategy.

    Λάβαμε υπόψη το θέμα της πρότασης απαγόρευσης σε επίπεδο ΕΕ για την προσάραξη κατά την αξιολόγηση των επιπτώσεων της στρατηγικής μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beaching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beaching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beaching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη