Μετάφραση του "bear upon" σε Ελληνικά

Το επηρεάζω είναι η μετάφραση του "bear upon" σε Ελληνικά.

bear upon verb γραμματική

To influence, have an effect upon. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επηρεάζω

    verb

    184 Nevertheless, that statement has no bearing upon the lawfulness of the contested decision.

    184 Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει ωστόσο τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bear upon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bear upon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bear upon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη