Μετάφραση του "bedfellow" σε Ελληνικά

Οι συνεργάτης, σύντροφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedfellow" σε Ελληνικά.

bedfellow noun γραμματική

One with whom one shares a bed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεργάτης

    noun masculine

    Damien Darhk, a rather predictable bedfellow for Al Capone.

    Ο Ντάμιεν Ντάρικ σχετικά προβλέψιμος συνεργάτης, για τον Αλ Καπόνε.

  • σύντροφος

    noun masculine, feminine

    Trinculo: Misery acquaints a man with strange bedfellows.

    - Η αθλιότητα κάνει τον άντρα να εξοικειώνεται με περίεργους συντρόφους στο κρεβάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bedfellow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bedfellow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bedfellow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη