Μετάφραση του "befitting" σε Ελληνικά

Οι αρμόζων, ταιριαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "befitting" σε Ελληνικά.

befitting adjective verb

Present participle of befit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρμόζων

    It's certainly not befitting a queen's official return to court.

    Σίγουρα δεν είναι αρμόζων για την επίσημη επιστροφή της βασίλισσας στην αυλή.

  • ταιριαστός

    adjective masculine

    And what he found was weather truly befitting an alien world.

    Και αυτό που βρήκε ήταν καιρός ταιριαστός για έναν άγνωστο κόσμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " befitting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "befitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρμόζω · ιδιάζω · συνάδει · ταιριάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "befitting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη