Μετάφραση του "beg" σε Ελληνικά

Οι ικετεύω, ζητιανεύω, παρακαλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beg" σε Ελληνικά.

beg verb noun abbreviation γραμματική

(intransitive) To request the help of someone, often in the form of money. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικετεύω

    verb

    to supplicate, to plead with someone for help

    Please, I'm begging you, help me find the truth.

    Σε ικετεύω να με βοηθήσεις να βρω την αλήθεια.

  • ζητιανεύω

    verb

    to request the help of someone, ask for money

    I started to realize, begging would not be the solution.

    Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το ν' αρχίσω να ζητιανεύω δε θα ήταν λύση.

  • παρακαλώ

    verb

    ρήμα

    I beg your attention!

    Την προσοχή σας, παρακαλώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζητώ
    • επαιτώ
    • αιτούμαι
    • εκλιπαρώ
    • αιτώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη