Μετάφραση του "beginner" σε Ελληνικά
Οι πρωτάρης, αρχάριος, νεοφώτιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beginner" σε Ελληνικά.
beginner
noun
γραμματική
Someone who is just starting at something, or has only recently started. [..]
-
πρωτάρης
noun adjective masculinesomeone who just recently started
As a beginner, one is better off sticking to the first principle.
Σαν πρωτάρης, είναι καλύτερα να ακολουθεί κανείς την " Πρώτη Αρχή ".
-
αρχάριος
noun masculineIt is not to be hoped that a beginner will achieve a great deal in the first years.
Δεν πρέπει να ελπίζη κανείς ότι ο αρχάριος θα επιτύχη πολλά πράγματα τα πρώτα χρόνια.
-
νεοφώτιστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beginner " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beginner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κώδικας συμβολικών εντολών γενικής χρήσεως, για αρχαρίους
-
Κώδικας συμβολικών εντολών γενικής χρήσεως, για αρχαρίους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη