Μετάφραση του "beguiling" σε Ελληνικά
Οι γοητευτική, γοητευτικός, σαγηνευτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beguiling" σε Ελληνικά.
beguiling
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of beguile. [..]
-
γοητευτική
adjective feminineBut none so beguiling as I bring you now.
Αλλά όχι τόσο γοητευτική όπως αυτή που σου φέρνω.
-
γοητευτικός
adjective masculineHighly attractive and able to arouse hope or desire.
But none so beguiling as I bring you now.
Αλλά όχι τόσο γοητευτική όπως αυτή που σου φέρνω.
-
σαγηνευτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beguiling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beguiling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαπατώ
-
απάτη · δόλος · μεταρσίωση · περισπασμός
-
απατεώνας · κόλακας
-
απατώ · γοητεύω · διασκεδάζω · εξαπατώ · μαγεύω · ξεγελώ · παραπλανώ · παρασύρω · προσελκύω · ρίχνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη