Μετάφραση του "belching" σε Ελληνικά
Το ρέψιμο είναι η μετάφραση του "belching" σε Ελληνικά.
belching
noun
verb
γραμματική
Present participle of belch. [..]
-
ρέψιμο
noun neuterToday, Erebus is belching out steam and gases, making flying extremely risky.
Σήμερα, Έρεβος είναι ρέψιμο έξω ατμού και αερίων, αποφάσεων που φέρουν εξαιρετικά επικίνδυνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " belching " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "belching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκρήγνυμαι · ερευγμός · ξεμπουκάρω · ξερνάω · ξερνώ · ξεσπώ · ρέψιμο · ρεψιμο · ρεύομαι
-
ρεύομαι
-
εκρήγνυμαι · ερευγμός · ξεμπουκάρω · ξερνάω · ξερνώ · ξεσπώ · ρέψιμο · ρεψιμο · ρεύομαι
-
εκρήγνυμαι · ερευγμός · ξεμπουκάρω · ξερνάω · ξερνώ · ξεσπώ · ρέψιμο · ρεψιμο · ρεύομαι
-
εκρήγνυμαι · ερευγμός · ξεμπουκάρω · ξερνάω · ξερνώ · ξεσπώ · ρέψιμο · ρεψιμο · ρεύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη