Μετάφραση του "belgian" σε Ελληνικά
Οι βελγικός, Βέλγος, βέλγικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belgian" σε Ελληνικά.
-
βελγικός
adjectiveBelgian professionals tell consumers that the Belgian law is not applicable to non-residents.
Οι Βέλγοι επαγγελματίες αντιτάσσουν ως επιχείρημα στους καταναλωτές ότι ο βελγικός νόμος δεν εφαρμόζεται στους μη κατοίκους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " belgian " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A person from Belgium or of Belgian descent. [..]
-
Βέλγος
noun masculineBelgian, person from Belgium
The Belgian King surrenders, along with his army.
Ο Βέλγος βασιλιάς παραδίδεται μαζί με το στρατό του.
-
βέλγικος
masculineof or pertaining to Belgians or Belgian people [..]
-
Βελγίδα
noun feminineBelgian, person from Belgium
My father was German, my mother is Belgian.
Ο πατέρα μου ήταν Γερμανός και η μητέρα μου είναι Βελγίδα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βέλγικο
- βέλγικη
- βελγικός
Φράσεις παρόμοιες με "belgian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βέλγικος ποιμενικός
-
κοινότητες του Βελγίου
-
Βελγική Επανάσταση
-
Δημοκρατία του Ζαϊρ · Δημοκρατία του Κονγκό · Κονγκό
-
Βρυξέλλες
-
ραδίκι