Μετάφραση του "believable" σε Ελληνικά

Οι πιστευτός, αληθοφανής, πειστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "believable" σε Ελληνικά.

believable adjective γραμματική

Capable of being believed; credible. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστευτός

    Then when you really want them to believe you, they won't.

    Κι όταν το θες πραγματικά, δε γίνεσαι πιστευτός.

  • αληθοφανής

    adjective

    But you have to work up to it if you want believability.

    Αλλά πρέπει να το δουλεύεις αν θες να είσαι αληθοφανής!

  • πειστικός

    adjective

    I do not believe that we can be swayed by those arguments.

    Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " believable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "believable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "believable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη