Μετάφραση του "bellboy" σε Ελληνικά

Το γκρουμ είναι η μετάφραση του "bellboy" σε Ελληνικά.

bellboy noun γραμματική

A male worker, usually at a hotel, who carries luggage and runs errands. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρουμ

    noun masculine

    A male worker, usually at a hotel, who carries luggage and runs errands

    He was checking into the hotel and he was following the bellboy with his luggage to the elevator.

    Είχε κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο και ακολουθούσε τον γκρουμ στο ασανσέρ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bellboy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bellboy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη