Μετάφραση του "bellow" σε Ελληνικά

Οι μουγκρίζω, ουρλιάζω, βελάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bellow" σε Ελληνικά.

bellow verb noun γραμματική

the deep roar of a large animal, or any similar loud noise [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουγκρίζω

    verb

    Do you hear him bellowing?

    Ακούτε;Τον ακούτε που μουγκρίζει

  • ουρλιάζω

    verb
  • βελάζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μυκώμαι
    • φυσητήρας
    • μούγκρισμα
    • βρυχώμαι
    • μουγκανίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bellow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bellow noun

United States author (born in Canada) whose novels influenced American literature after World War II (1915-2005)

+ Προσθήκη

"Bellow" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bellow στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bellow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bellow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη