Μετάφραση του "bench" σε Ελληνικά

Οι πάγκος, παγκάκι, έδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bench" σε Ελληνικά.

bench verb noun γραμματική

(weightlifting) The weight one is able to bench press, especially the maximum weight capable of being pressed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάγκος

    noun masculine

    weightlifting: horizontal padded surface with a weight rack [..]

    Judge, your bench will be right there, in back of the bar.

    Δικαστή, ο πάγκος σου θα είναι εκεί, στο πίσω μέρος του μπαρ.

  • παγκάκι

    noun neuter

    long seat

    A drunken man was sleeping on the bench.

    Ένας μεθυσμένος κοιμήθηκε στο παγκάκι.

  • έδρα

    noun feminine

    law: place where the judges sit

    Dine with me now and be my guest on the bench.

    Θα φάμε και μετά είστε καλεσμένη, στην έδρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σηκώνω
    • σκαμνί
    • δικαστήριο
    • ανάλημμα
    • μπαγκάκι
    • δικαστικό σώμα
    • θρανίο
    • καναπές
    • πεζούλα
    • δικαστική εξουσία
    • τραπέζι εργασίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bench " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bench noun

A language of Ethiopia [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πάγκος

    Bench seat for front passengers (not including driver

    Πάγκος καθισμάτων για τους εμπρόσθιους επιβάτες (εκτός του οδηγού

Εικόνες με "bench"

Φράσεις παρόμοιες με "bench" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • είμαι εκτός αγώνα · είμαι παγκίτης · μένω εκτός αγώνα
  • πάγκος
  • τροφοδοτικό πάγκου
  • μένω εκτός
  • πάγκος τόρνου · τόρνος πάγκου
  • βγαίνω, τίθεμαι εκτός μάχης · είμαι εκτός αγώνα · είμαι στην αναμονή · ζεσταίνω τον πάγκο · μένω εκτός
  • στο παγκάκι · στον πάγο
  • Εργαλείο δοκιμής αντικειμένων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bench" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη