Μετάφραση του "bending" σε Ελληνικά

Οι Κάμψη, κάμψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bending" σε Ελληνικά.

bending noun verb γραμματική

Present participle of bend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κάμψη

    stress made by bending moment

    The acceleration in the longitudinal direction shall be measured at a place not subject to bending.

    Η επιτάχυνση κατά μήκος της πορείας πρέπει να μετράται σε θέση όπου δεν σημειώνεται κάμψη.

  • κάμψη

    noun

    The acceleration in the longitudinal direction shall be measured at a place not subject to bending.

    Η επιτάχυνση κατά μήκος της πορείας πρέπει να μετράται σε θέση όπου δεν σημειώνεται κάμψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bending " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καμπτικό κύμα
  • σου λέω συνέχεια
  • αποκλίνω · εκτρέπομαι · κάμπτω · κάμπτώ · καμπή · καμπυλώνω · καμπύλη · κλίνω · κλίση · κυρτώνομαι · κυρτώνω · κόμπος · λοξοδρομώ · λυγίζω · πτυχή · σκύβω · στρεβλώνω · στροφή · τρέπω · τόξο
  • κάμψη καλωδίου
  • κάμψη
  • Ελάχιστη ακτίνα καμπυλότητας, κάμψης
  • οδηγός κάμψης
  • Κατακόρυφη διαδικασία καμπής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bending" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη