Μετάφραση του "benefit" σε Ελληνικά
Οι όφελος, επίδομα, ωφελώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benefit" σε Ελληνικά.
benefit
verb
noun
γραμματική
An advantage, help or aid from something. [..]
-
όφελος
noun neuteradvantage, help or aid
Exploiting heroes, my friend, for your personal benefit.
Εκμεταλλεύεστε ήρωες, φίλους μου για το προσωπικό σας όφελος.
-
επίδομα
noun neuterpayment, subsidy
It is paid in addition to any national unemployment benefit.
Έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα προς το ενδεχόμενο εθνικό επίδομα ανεργίας.
-
ωφελώ
verbto be or provide a benefit to [..]
That will benefit neither you nor me, Vardhaan.
Αυτό δεν θα ωφελήσει ούτε εσένα ούτε εμένα, Βαρντάν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ωφέλεια
- κέρδος
- ευεργετώ
- ωφελούμαι
- ευεργετούμαι
- πλεονέκτημα
- αποζημίωση
- ωφελω
- ωφέλημα
- παροχή
- επωφελούμαι
- ευεργέτημα
- προνόμιο
- κερδίζω
- αντάλλαγμα
- αβάντα
- φιλανθρωπική βραδιά
- φιλανθρωπική εκδήλωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " benefit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "benefit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φιλανθρωπική οργάνωση
-
επίδομα ανεργίας
-
ευεργέτημα τής αμφιβολίας · τεκμήριο αθωότητας
-
ανάλυση κόστους έναντι ωφελημάτων · ανάλυση κόστους-οφέλους · ανάλυση κόστους-ωφέλειας
-
ανάλυση κινδύνου-οφέλους
-
πρακτικό όφελος
-
οικογενειακή παροχή
-
επίδομα παιδιού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη