Μετάφραση του "benignant" σε Ελληνικά

Οι ευμενής, καλοκάγαθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benignant" σε Ελληνικά.

benignant adjective γραμματική

(now rare) Kind; gracious; favorable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευμενής

  • καλοκάγαθος

    adjective masculine

    Because our locksmith appears so benign, you'd never see him coming.

    Επειδή ο κλειδαράς μας φαίνεται τόσο καλοκάγαθος που δεν θα τον υποπτευόσουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benignant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "benignant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης
  • άκακος · ήπιος · αβλαβής · αγαθός · ακίνδηνος · ακίνδυνος · ευνοϊκός · καλοήθης · καλοκάγαθος · καλός · πράος · προσηνής
  • καλοκαγαθία
  • καλοκαγαθία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benignant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη