Μετάφραση του "benzol" σε Ελληνικά

Οι βενζόλιο, βενζίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benzol" σε Ελληνικά.

benzol noun γραμματική

(organic chemistry) An impure benzene, used in the arts as a solvent, and for various other purposes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βενζόλιο

    noun neuter

    The crude coke oven gas is washed free of ammonia, and then crude benzol is removed from it.

    Το ακατέργαστο αέριο καμίνου οπτανθρακοποίησης απαλλάσσεται από την αμμωνία και, στη συνέχεια, το ακατέργαστο βενζόλιο αφαιρείται από αυτό.

  • βενζίνη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benzol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benzol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη