Μετάφραση του "bequeath" σε Ελληνικά

Οι κληροδοτώ, δίνω, δώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bequeath" σε Ελληνικά.

bequeath verb γραμματική

(law) To give or leave by will; to give by testament; especially of personal property. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληροδοτώ

    verb

    Well, I bequeath you this room.

    Σας κληροδοτώ τούτη την αίθουσα.

  • δίνω

    verb

    Tom levitt, I hereby bequeath my choreography and my blessing.

    Τομ Λέβιτ, σου αφήνω την χορογραφία μου και σου δίνω την ευλογία μου.

  • δώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίδω
    • καταλείπω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bequeath " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bequeath" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bequeath" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη