Μετάφραση του "beryl" σε Ελληνικά

Οι βήρυλλος, Βήρυλλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beryl" σε Ελληνικά.

beryl adjective noun γραμματική

(uncountable) (mineralogy) A mineral of pegmatite deposits, often used as a gemstone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βήρυλλος

    noun feminine

    gem

    A precious, brilliant, transparent gemstone that is a variety of beryl.

    Πολύτιμο, λαμπερό, διαφανές πετράδι που είναι ποικιλία της βηρύλλου.

  • Βήρυλλος

    gemstone: cyclosilicate

    beryl (silicate of beryllium and aluminium) in the form of emeralds or aquamarines.

    Βήρυλλος (πυριτικό άλας βηρυλλίου και αλουμινίου) υπό μορφή σμαραγδιών ή ακουαμαρίνων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beryl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beryl proper

A female given name derived from the gem beryl. [..]

+ Προσθήκη

"Beryl" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beryl στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "beryl"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beryl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη