Μετάφραση του "beserker" σε Ελληνικά

Οι μαινόμενος, τρελαμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beserker" σε Ελληνικά.

beserker noun γραμματική

One who fights as if in a rage; one who berserks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαινόμενος

  • τρελαμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beserker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beserker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη