Μετάφραση του "besiege" σε Ελληνικά
Οι πολιορκώ, πιέζω, περιστοιχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "besiege" σε Ελληνικά.
besiege
verb
γραμματική
(transitive) To beset or surround with armed forces for the purpose of compelling to surrender, to lay siege to, beleaguer. [..]
-
πολιορκώ
verbI am besieging you, do you mind?
Σας πολιορκώ, μήπως σας πειράζει;
-
πιέζω
Verb -
περιστοιχίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " besiege " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "besiege" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολιορκία
-
πολιορκία
-
πολιορκητής
-
πολιορκημένος · πολιορκούμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη