Μετάφραση του "bespectacled" σε Ελληνικά

Οι διοπτροφόρος, γυαλάκιας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bespectacled" σε Ελληνικά.

bespectacled adjective γραμματική

Wearing glasses. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διοπτροφόρος

    m;f masculine;feminine masculine, feminine

    wearing spectacles (glasses)

  • γυαλάκιας

    Noun masculine

    And just 10 minutes ago, a bald, bespectacled man held the door for a man in a wheelchair.

    Και δέκα λεπτά νωρίτερα, ένας καραφλός γυαλάκιας κράτησε την πόρτα για να περάσει ένας άνθρωπος σε αναπηρική καρέκλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bespectacled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bespectacled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη