Μετάφραση του "bet" σε Ελληνικά

Οι στοιχηματίζω, στοίχημα, ποντάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bet" σε Ελληνικά.

bet verb noun adposition γραμματική

A wager, an agreement between two parties that a stake (usually money) will be paid by the loser to the winner (the winner being the one who correctly forecast the outcome of an event). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχηματίζω

    verb

    To stake or pledge upon the outcome of an event [..]

    The way you say it, I bet you liked him the best.

    Ο τρόπος που το λες, στοιχηματίζω ότι σου αρέσει περισσότερο.

  • στοίχημα

    noun neuter

    a wager

    I bet Tom knows the answer.

    Πάω στοίχημα ότι ο Τομ γνωρίζει την απάντηση.

  • ποντάρω

    Verb verb

    To stake or pledge upon the outcome of an event

    Well, now, that's twice today I bet on the wrong animal.

    Δεύτερη φορά σήμερα, που ποντάρω σε λάθος ζώο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω στοίχημα οτί
    • βασίζομαι
    • πάω στοίχημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bet proper

A diminutive of Elizabeth.

+ Προσθήκη

"Bet" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bet στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

BET abbreviation

A nitrogen adsorption technique used to measure the specific surface area of a solid.

+ Προσθήκη

"BET" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BET στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη