Μετάφραση του "biasing" σε Ελληνικά
Το επηρεασμός είναι η μετάφραση του "biasing" σε Ελληνικά.
biasing
verb
Present participle of bias. [..]
-
επηρεασμός
noun1α. (συνήθ. στον εν.) Η άσκηση επίδρασης σε κτ που έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της μορφής, της λειτουργίας, της συμπεριφοράς του κτλ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biasing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "biasing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τάση πόλωσης
-
διαβλητός · επηρεασμένος · προκατειλημμένος · προϊδεασμένος
-
ταυ πόλωσης
-
πολωμένος ηλεκτρονόμος
-
μεροληπτικός έλεγχος
-
πόλωση τρανζίστορ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη