Μετάφραση του "bibliography" σε Ελληνικά

Οι βιβλιογραφία, βιβλιολογία, Βιβλιογραφίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bibliography" σε Ελληνικά.

bibliography noun γραμματική

A section of a written work containing citations, not quotations, to all the books referenced in the work. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιβλιογραφία

    noun feminine

    list of books or documents relevant to a particular subject or author [..]

    Provide a detailed bibliography of all references cited in the course of preparing the application.

    Δώστε λεπτομερή βιβλιογραφία σχετικά με όλα τα σχετικά στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση.

  • βιβλιολογία

    noun

    study of the history of books

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bibliography " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

BIBliography
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βιβλιογραφίας

    Moreover, the Deutsche Bibliothek was to have rights of supervision and codetermination with respect to the reproduction and distribution of the bibliography.

    Επιπλέον, η Deutsche Bibliothek διατηρεί δικαίωμα ελέγχου και παρεμβάσεως επί της αναπαραγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία της βιβλιογραφίας.

Φράσεις παρόμοιες με "bibliography" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bibliography" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη