Μετάφραση του "bifocal" σε Ελληνικά
Το διπλοεστιακός είναι η μετάφραση του "bifocal" σε Ελληνικά.
bifocal
adjective
γραμματική
(optics) Having two focal lengths [..]
-
διπλοεστιακός
adjective masculineThe Bifocal Blaster is here, by the way.
Ο " Διπλοεστιακός Φακός " είναι εδώ, επί τη ευκαιρία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bifocal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bifocal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διεστιακά γυαλιά · διπλοεστιακός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη