Μετάφραση του "bight" σε Ελληνικά

Οι κόλπος, κολπίσκος, βρόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bight" σε Ελληνικά.

bight noun verb γραμματική

A corner, bend, or angle; a hollow; as, the bight of a horse's knee; the bight of an elbow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλπος

    noun masculine

    Helgoland (German Bight), rocky, exposed and partly stratified

    Helgoland (κόλπος της Ελιγολάνδης), βραχώδης, εκτεθειμένος και μερικώς στρωματώδης

  • κολπίσκος

  • βρόχος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόρφος
    • μούρο
    • ρόγα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bight " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bight"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bight" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη