Μετάφραση του "bilk" σε Ελληνικά

Οι απάτη, ξεφεύγω, απατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bilk" σε Ελληνικά.

bilk verb noun γραμματική

(transitive) To frustrate or disappoint; to deceive or defraud by not fulfilling an obligation; to leave in the lurch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    The firm exploited a loophole in the contract which allowed them to bilk investors for millions.

    Η εταιρεία εκμεταλλεύτηκε μια " τρύπα " στο συμβόλαιο, που τους επέτρεψε να κάνουν απάτη δις, σε βάρος των επενδυτών.

  • ξεφεύγω

  • απατώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απατεώνας
    • εξαπατώ
    • τρώω
    • δόλος
    • κλέβω
    • ματαιώνω
    • ξεγλιστρώ
    • ανατρέπω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bilk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bilk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bilk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη