Μετάφραση του "binding" σε Ελληνικά
Οι υποχρεωτικός, δέσιμο, δεσμευτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binding" σε Ελληνικά.
Assigning something that one will be held to. [..]
-
υποχρεωτικός
adjective masculineHowever, the list is not included in the Directive and is not legally binding.
Εντούτοις, ο κατάλογος αυτός ούτε περιλαμβάνεται στην οδηγία ούτε είναι υποχρεωτικός εκ του νόμου.
-
δέσιμο
noun neuterTwo more editions in African languages have been completed and now await printing and binding.
Άλλες δύο εκδόσεις σε αφρικανικές γλώσσες ολοκληρώθηκαν και τώρα περιμένουν την εκτύπωση και το δέσιμο.
-
δεσμευτικός
The adjusted List shall be binding from the date of that message.
Ο αναθεωρημένος κατάλογος είναι δεσμευτικός από την ημερομηνία αποστολής του εν λόγω μηνύματος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύνδεση
- βιβλιοδεσία
- δυσκοίλιος
- επίδεσμος
- στυπτικός
- ρέλι
- δένω
- διαδικασία σύνδεσης
- σύνδεση, δεσμευτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " binding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "binding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναδένω · βιβλιοδετώ · δένω · δεσμεύω · επιδένω · καυλώνω · μπαντάρω · περιδένω · περισφίγγω · προκαλώ δυσκοιλιότητα · προσφύομαι · συνδέoμαι · συνδέω · συνταιριάζω · τεντώνω · υποχρεώνω
-
(κτ δημιουργεί) πρόβλημα · σε αμηχανία · σε δίλημμα · σε δυσχερή θέση · σε δύσκολη θέση
-
πρώιμη σύνδεση
-
φέρνω σε δύσκολη θέση
-
σύνδεση με καθυστέρηση
-
σύνδεση δεδομένων εικονικής λειτουργίας
-
σύνδεση κατά το χρόνο εκτέλεσης
-
ονομαστική σύνδεση