Μετάφραση του "binomial" σε Ελληνικά

Οι διώνυμο, Διώνυμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binomial" σε Ελληνικά.

binomial noun adjective γραμματική

Consisting of two terms, or parts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διώνυμο

    ουσιαστικό masculine

    algebra: polynomial with two terms

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " binomial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Binomial
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διώνυμο

Φράσεις παρόμοιες με "binomial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "binomial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη