Μετάφραση του "biofuel" σε Ελληνικά

Οι βιοκαύσιμο, Βιοκαύσιμο, βιογενές καύσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biofuel" σε Ελληνικά.

biofuel noun γραμματική

Any fuel that is obtained from a renewable biological resource, especially from biomass [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιοκαύσιμο

    noun neuter

    biofuel

    The effluents are first concentrated by evaporation and then combusted as biofuel in a recovery boiler.

    Τα υγρά απόβλητα συμπυκνώνονται αρχικά με εξάτμιση και στη συνέχεια καίγονται ως βιοκαύσιμο σε λέβητα ανάκτησης.

  • Βιοκαύσιμο

    The effluents are first concentrated by evaporation and then combusted as biofuel in a recovery boiler.

    Τα υγρά απόβλητα συμπυκνώνονται αρχικά με εξάτμιση και στη συνέχεια καίγονται ως βιοκαύσιμο σε λέβητα ανάκτησης.

  • βιογενές καύσιμο

    A gaseous, liquid, or solid fuel that contains an energy content derived from a biological source.

  • Βιοκαύσιμα

    type of biological fuel from which energy is derived

    The majority of an eligible biorefinery's production must be of advanced biofuels.

    Το μεγαλύτερος μέρος της επιλέξιμης παραγωγής του βιοδιυλιστηρίου πρέπει να είναι προηγμένα βιοκαύσιμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biofuel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "biofuel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biofuel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη