Μετάφραση του "biotic" σε Ελληνικά
Οι βιοτικός, βιωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biotic" σε Ελληνικά.
biotic
adjective
γραμματική
Of, pertaining to, or produced by life or living organisms. [..]
-
βιοτικός
adjective masculinetree with intact crown, biotic reason (as in CC
δένδρο με άθικτη κόμη, βιοτικός λόγος (όπως στην ΚΚ
-
βιωτικός
adjective masculineof, pertaining to, or produced by life or living organisms
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biotic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "biotic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιοτικός δείκτης
-
βιοτικός παράγοντας
-
βιοτική κοινότητα · κοινότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη