Μετάφραση του "bite" σε Ελληνικά

Οι δαγκώνω, δάγκωμα, τσιμπάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bite" σε Ελληνικά.

bite verb noun γραμματική

(transitive) To cut off a piece by clamping the teeth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δαγκώνω

    verb

    to attack with the teeth [..]

    Then when I started biting people, they moved me out of the sun.

    Κι όταν άρχισα να δαγκώνω, με πήραν απ'το φως της ημέρας.

  • δάγκωμα

    noun neuter

    wound left behind after having been bitten [..]

    You will not be immune to the bite of the goddess.

    Δεν θα είσαι απρόσβλητη στο δάγκωμα της θεάς.

  • τσιμπάω

    verb

    to sting [..]

    I know you're trying to be insulting and I'm not biting.

    Ξέρω ότι προσπαθείς να με προσβάλλεις όμως δεν τσιμπάω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπουκιά
    • τσίμπημα
    • δαγκωματιά
    • τσιμπώ
    • δαγκωνιά
    • κεντρίζω
    • τρώω
    • δήγμα
    • δαγκάνω
    • μασώ
    • πιάσιμο
    • δυαδικό ψηφίο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bite"

Φράσεις παρόμοιες με "bite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δάγκωμα · δηκτικός · δριμύς · τσουχτερός
  • σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει
  • βρίσκομαι στον κλοιό
  • τσίμπημα αράχνης
  • σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει
  • κοίτα μη σε φάνε οι κοριοί · όνειρα γλυκά και απονήρευτα · όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα
  • δαγκώνω
  • σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει · όλο λόγια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη