Μετάφραση του "blameless" σε Ελληνικά
Οι άψογος, αθώος, αναμάρτητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blameless" σε Ελληνικά.
blameless
adjective
γραμματική
Free from blame; without fault; innocent; guiltless. [..]
-
άψογος
adjective masculineFree of blame or guilt.
And you're the blameless family man.
Κι εσύ ο άψογος οικογενειάρχης.
-
αθώος
adjective masculineYou would then be both shrewd and blameless—‘cautious as a serpent, yet innocent as a dove.’
Έτσι, θα είστε και οξυδερκής και άμεμπτος—‘προσεκτικός σαν το φίδι και εντούτοις αθώος σαν το περιστέρι’.
-
αναμάρτητος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άμεμπτος
- ανεπίληπτος
- αμέτοχος ευθυνών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blameless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη