Μετάφραση του "blasting" σε Ελληνικά
Οι έκρηξη, ανατίναξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blasting" σε Ελληνικά.
blasting
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of blast. [..]
-
έκρηξη
noun feminineA blast this big, you think there'd be more casualties.
Σε μια τόσο μεγάλη έκρηξη, θα περίμενες περισσότερα θύματα.
-
ανατίναξη
Noun feminineI'm blasting ship sounds to buy us time.
Είμαι ανατίναξη του πλοίου ακούγεται να μας κερδίσει χρόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blasting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "blasting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναθεματισμένος · καταραμένος
-
έκρηξη · ανατινάζω · ανοίγω · βάλλω · βομβαρδίζω · βρίζω · βρόντος · γκρεμίζω · διαβολοστέλνω · εκρήγνυμαι · εκτοξεύω · εξαπολύω μύδρους κατά [+Γεν.] · επικρίνω έντονα · ισχυρή έκρηξη · καίω κπ · καταγγέλλω · καταδικάζω · κατακεραυνώνω · καταστρέφω · κρότος · πάταγος · παράγω · ριπή · συντρίβω · φουρνέλο · φυσώ · φύσημα
-
Αμμοβολή
-
σάλπισμα
-
στη διαπασών · στο φουλ
-
είναι τέλειο
-
στο φουλ
-
η υψικάμινος · υψικάμινος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη