Μετάφραση του "bloat" σε Ελληνικά
Οι πρήζομαι, φουσκώνω, πρήζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bloat" σε Ελληνικά.
bloat
adjective
verb
noun
γραμματική
to fill soft substance with gas, water, etc.; to cause to swell [..]
-
πρήζομαι
verb -
φουσκώνω
verb -
πρήζω
VerbAs their bodies bloat, the wire cuts them, releasing the decomp gas.
Δεδομένου ότι οι φορείς τους πρήζω, οι περικοπές σύρμα τους, απελευθερώνοντας το αέριο αποσυντίθεται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bloat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη