Μετάφραση του "blockade" σε Ελληνικά

Οι αποκλεισμός, αποκλείω, παρεμπόδιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blockade" σε Ελληνικά.

blockade verb noun γραμματική

The physical blocking or surrounding of a place, especially a port, in order to prevent commerce and traffic in or out. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλεισμός

    noun masculine

    the isolation of something

    I'm afraid this blockade may give the Pantorans no other choice.

    Φοβάμαι ότι αυτός ο αποκλεισμός δεν δίνει άλλη επιλογή στο λαό της Pantora.

  • αποκλείω

    verb

    to create a blockade against

    I thought Tobruk was the name of a blockade.

    Νόμιζα ότι το Τομπρούκ είχε αποκλειστεί από τη θάλασσα.

  • παρεμπόδιση

    noun feminine

    Fourthly, I would like to call on the Council to end the Eurostat blockade.

    Τέταρτον, θα ήθελα να απευθύνω έκκληση στο Συμβούλιο να τερματίσει την παρεμπόδιση του έργου της Eurostat.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αποκλεισμός
    • εμπόδιο
    • μπλοκάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blockade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blockade" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blockade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη