Μετάφραση του "blower" σε Ελληνικά

Οι ανεμιστήρας, βεντάλια, φυσητήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blower" σε Ελληνικά.

blower noun γραμματική

Person who blows. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεμιστήρας

    noun masculine

    The blower must be in good condition and must ensure a stable and reliable air stream.

    Ο ανεμιστήρας πρέπει να βρίσκεται σε καλή κατάσταση και να εξασφαλίζει σταθερό και αξιόπιστο ρεύμα αέρα.

  • βεντάλια

    feminine
  • φυσητήρας

    Noun

    The blower is a room of heat with no walls.

    Ο φυσητήρας είναι ένα καυτό δωμάτιο, χωρίς τοίχους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καυχηματίας
    • τηλέφωνο
    • φυσερό
    • τσιμπουκλής
    • ηλεκτρικός ανεμιστήρας
    • κητώδες θηλαστικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blower " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Blower
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φυσητήρας, ανεμιστήρας

Φράσεις παρόμοιες με "blower" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blower" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη