Μετάφραση του "blowpipe" σε Ελληνικά

Το φυσοκάλαμο είναι η μετάφραση του "blowpipe" σε Ελληνικά.

blowpipe noun γραμματική

(chemistry) a narrow tube through which a jet of air is directed onto a flame; used in the analysis of minerals etc and in jewelry manufacture [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσοκάλαμο

    noun neuter

    I wanted to shoot it with the blowpipe and had my gibbon on my shoulder.

    Ήθελα να του ρίξω με το φυσοκάλαμο και είχα τον γίββωνα μου στον ώμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blowpipe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blowpipe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη